βοοκτασία

βοο-κτᾰσία, , ([etym.] κτείνω)
A slaying of oxen, A.R.4.1724 (pl.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βοοκτασία — και βουκτασία, η (Α) σφαγή βοδιών. [ΕΤΥΜΟΛ. < βους (βοός) + κτασία < *κτατος < κτείνω «σκοτώνω»] …   Dictionary of Greek

  • βοοκτασίας — βοοκτασίᾱς , βοοκτασία slaying of oxen fem acc pl βοοκτασίᾱς , βοοκτασία slaying of oxen fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοοκτασίαν — βοοκτασίᾱν , βοοκτασία slaying of oxen fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκτασία — βουκτασία, η (Α) βλ. βοοκτασία …   Dictionary of Greek

  • βους — ο (AM βοῡς, ο, Α και βοῡς, η) βόδι (ταύρος, αγελάδα ή μοσχάρι) (αρχ. μσν.) φρ. «βοῡς ἐπὶ γλώσσῃ βέβηκε», «βοῡς ἐπὶ γλώσσης ἐπιβαίνει», «βοῡν ἐπὶ τῆς γλώττης ἔχω» βουθαίνομαι, δεν αποκαλύπτω αυτά που γνωρίζω αρχ. βοῡς, η 1. δέρμα βοδιού, ασπίδα 2 …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.